Παρασκευή
ώρα 20.00 κατά προσέγγιση.
Μικρή
απογοήτευση από το camping, μεγάλη ανακούφιση από το φυσικό περιβάλλον
Ποτάμια,
δάση και ψηλά βράχια. Αετοί και γεράκια σε κάθε σήκωμα του κεφαλιού.
-
Για δες τα για δες τα! Βλέπεις την ουρά τους? Δες το σχήμα, είναι ξεκάθαρο πως
είναι γεράκια! Να δες! Αυτό! Τα φτερά του, είναι πολύ πιο μικρά από αυτά του αετού..!
Και
αυτό επαναλαμβανόταν κάθε φορά που σήκωνες τα μάτια σου και αντίκρυζες κάποιο
όρνιο.
Στήσαμε
με τα χίλια ζόρια σε μια γωνιά ανάμεσα σε ένα μικρό μποστάνι με κρεμμύδια και
κολοκύθια- τα οποία παρεμπιπτόντως ήθελα να κλέψω αλλά ως συνήθως ξέχασα- και
σε ένα λιλιπούτιο κοτέτσι με στοιβαγμένες κότες. Όλα καλά μέχρι που φτάνεις στο
τελευταίο πασαλάκι. Εντάξει και τα άλλα δεν μπήκαν με χαρακτηριστική ευκολία από
ότι μου είπες αλλά αυτό πήγε και έπεσε πάνω στην πιο πεισματάρικη πέτρα. Και
εσύ εκεί, να βαράς ανελέητα, με νεύρο και παράπονο. Να το καταφέρεις, να το
σπάσεις. Στο τέλος το έχωσες τσαπατσούλικα, σιχτιρίζοντας και αποφάσισες να
κάνεις ένα διάλλειμα για μπύρα. Γιατί μετά ΦΥΣΙΚΑ και θα συνεχίσεις την
προσπάθεια να το τοποθετήσεις με αριστοτεχνία βαθιά μέσα στο έδαφος όπως θα
ΕΠΡΕΠΕ εξ αρχής να έχει γίνει. Με κάποια πράγματα πεισμώνεις τελικά.
Στην
μπύρα οι γνώριμες συζητήσεις περί ζήλιας, αγάπης, σχέσης, εμπιστοσύνης.
Ακολούθησε
το γνωστό τσιγάρο και ο Μορφέας ήρθε στην σκηνή γρήγορα.
Και
έφτασε λοιπόν η στιγμή που θα ξυπνούσα μαζί σου στην φύση. Βρώμικη, ιδρωμένη
και με μια τρομερή ανάγκη για τουαλέτα. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω πως αυτό
φυσικά και δεν συμβαίνει σε εσένα. Είσαι σαν τις τύπισσες στις ταινίες που ξυπνάνε με τα δόντια κατάλευκα,
την βλεφαρίδα καμαρωτή καμαρωτή και το μαλλί στρωμένο σαν να κοιμήθηκαν στον
αέρα. Εντάξει υπερβάλω λίγο αλλά και εσύ βρε παιδί μου ξυπνάς και ευωδιάζεις ..
Τέλος
πάντων, είναι ωραία να ξυπνάω μαζί σου. Αυτό θέλω να πω μάλλον.
Και
ακολουθεί το γνωστό και απαράλαχτο πρόγραμμα σου με μερικές πινελιές που δεν
τις θυμάμαι ακριβώς αλλά πρέπει να ήταν ένα ξέμπαρκο απρογραμμάτιστο φιλί και ένα
δυο χάδια.
Επιστρέφεις
με την γνωστή μυρωδιά σαπουνιού που με κάνει να θέλω σφηνώσω την μύτη μου στο
δέρμα σου για πάντα.
Ένας
καφές ακόμα και πάμε στους καταρράκτες.
Δεν
θα μακρηγορήσω, περπατήσαμε εκεί γύρω, ήπιαμε κάτι μπίρες και στην συνέχεια
τοποθετήσαμε τα κορμιά και τις ψυχές μας σε μια αιώρα. Μου δηλώνεις πως είναι η
καλύτερη στιγμή της ημέρας την οποία δεν θα ξεχάσεις ΠΟΤΕ. Πολύ όμορφο αν
εξαιρέσεις αυτή την άθλια λέξη το ‘’ΠΟΤΕ’’ .
Κάτσαμε
αρκετή ώρα και προσπάθησα να συμφιλιωθώ με αυτό το ΠΟΤΕ αλλά μάταια.
-
Το 2009, σε μια ατυχή περίοδο της ζωής μου είχα καταλήξει πως αυτή η λέξη
πρέπει να καταργηθεί από τα λεξικά. Βλάπτει σοβαρά την υγεία και παραπέμπει σε ουτοπικές- παραισθησιογόνες κατάστασεις.
''Το ΠΑΝΤΑ και το ΠΟΤΕ...oi λέξεις που η μια αναιρεί την άλλη..Άμα πέσεις στην παγίδα του ΠΑΝΤΑ
έρχεται ένα ΠΟΤΕ και σου σοδομίζει την ψυχή..σε κάνει να θέλεις να ξεράσεις όσα
ΠΑΝΤΑ είχες πει μέχρι τώρα! Και το αντίστροφο'' -
Ανεβήκαμε
στο
χωριό και γεμίσαμε λίγο τα στομάχια μας. Πανοραμική θέα και γεύσεις.
Πληρότητα, ηρεμία, ποτέ δεν το είχαμε ζήσει τόσο ολοκληρωμένο.
Πίσω
στο κάμπινγκ.
Κάναμε
έρωτα σε σκηνή για πρώτη φορά. Μου άρεσε, σε διαβεβαιώνω.
Ξέχασα
να σου πω μια λεπτομέρεια για την περασμένη νύχτα. Θυμάσαι που κοιμηθήκαμε
αγκαλιά και μου είπες να σε ξυπνήσω την νύχτα άμα κρυώνω?
Μου
άρεσε ΚΑΙ αυτό.. ακόμα πιο πολύ.
Και
ξανά πίσω στο τώρα. ...συγγνώμη, στο τότε, το Σάββατο, την δεύτερη βραδιά μας
στο κάμπινγκ.
Αφού
ήπιαμε λίγα κρασιά και καπνίσαμε ένα ωραίο τσιγάρο παρέα με την πιο φωτεινή
πανσέληνο του χρόνου είπα να σε πάρω για μια ρομαντική βόλτα αφού όλος ο δρόμος
από πάνω από το κάμπινγκ ήταν φωτισμένος λες και ήταν ημέρα.
Κάναμε
5 βήματα, αφού είχα μιλήσει με τους ιδιοκτήτες και με είχαν διαβεβαιώσει πως
δεν είναι επικινδυνά να περπατήσουμε μόνοι μας, με σταματάς και μου λες πάμε
πίσω. Έχεις άσχημη διαίσθηση και δεν θέλεις να προχωρήσουμε.
Εγώ?
Να πάω εγώ που δεν εγώ άσχημη διαίσθηση παρά μόνο πνίγομαι από ευτυχία και
πληρότητα?
Να απολαύσω
το θέαμα και να επιστρέψω?
ΟΧΙ. Κατηγορηματικά ΟΧΙ.
Προσπάθησα
με πείσμα, με θυμό, με παράπονο αλλά μάταια.. Σε κοιτούσα αγχωμένο ως συνήθως και
δεν μου πήγαινε η καρδιά να σε αφήσω εκεί να παλεύεις με την διαίσθηση σου. Οπότε
υποχώρησα και γυρίσαμε πίσω στην σκηνή με σκοπό να απολαύσουμε την πανσέληνο
μακριά από τους κινδύνους που ελλοχεύουν έξω.
Είχα
θυμώσει. Με καταπίεσες και με έκανες να στερηθώ κάτι που ήθελα πάρα πολύ την
δεδομένη στιγμή. Ένιωθες άσχημα και προσπαθούσες να με πλησιάσεις και να με
πείσεις ότι είμαστε καλύτερα έτσι. Σου είπα πως είμαστε καλά και έτσι ναι. Σου
είπα επίσης πως σε κάθε άλλη περίπτωση θα είχα ξενερώσει πολύ αλλά στην συγκεκριμένη
δεν το έπαθα γιατί είχε προηγηθεί να σε αγαπήσω βαθιά. Μου είπες πως λυπάσαι αλλά
όταν αγαπάς τόσο πολύ σου συμβαίνει να ανησυχείς χωρίς λόγο. Και κάπως έτσι ανταλλάξαμε λόγια αγάπης.
Χαλάρωσα
και ξάπλωσες στα πόδια μου.
Και
τότε είπες το ίδιο που μου είχες πει και στην αιώρα το ίδιο πρωί με μια μικρή
παραλλαγή.
Αυτή
την φορά ήταν η καλύτερη στιγμή της ζωής σου……...ούτε αυτή θα την ξεχνούσες
ΠΟΤΕ. Πήρα απόφαση πως δεν αποφεύγεται αυτή η λέξη σε τέτοιες καταστάσεις οπότε
πήρα μια βαθιά ανάσα, σε χάιδεψα τρυφερά και είπα μέσα μου ‘’ούτε εγώ θα την
ξεχάσω ΠΟΤΕ. Στην αρχή γιατί θα την σκέφτομαι και θα πονάω με την απουσία σου, και
μετά, πολύ μετά, υποθέτω πως θα χαμογελάω από ευτυχία που το ζήσαμε.’’
Φυσικά
δεν σου είπα τίποτα από αυτά. Θες από εγωισμό θες από φόβο, θες επειδή δεν
ήθελα να πάθεις ότι έπαθα εγώ όταν το 2008 αντάλλαζα κουβέντες με ΠΟΤΕ και
ΠΑΝΤΑ...κάτι από αυτά πάντως.
Πίσω
στην σκηνή. Αφού τα δάκρυα είχαν κάνει το μανικι σου μουσκίδι και αφού με
ρώτησες αν κλαίω και ρουφώντας επιδεικτικά την μύτη μου σε διαβεβαίωσα πως δεν κλαίω,
αποκοιμηθήκαμε ήσυχοι πως όλα θα πάνε καλά ή αν μη τι άλλο όλα θα πάνε όπως
τους πρέπει.
Την
επόμενη μέρα λίγη αιώρα ακόμα δίπλα στο ποτάμι του κάμπινγκ. Αυτή την φορά μου
μιλούσες και για τα δέντρα εκτός από τους αετούς και τα γεράκια. Μου εξηγούσες
γιατί κάποια μεγαλώνουν περισσότερο από τα άλλα και τι μεγάλη μάχη δίνουν για
να βλέπουν τον ήλιο αλλά δεν τα καταφέρνουν όλα και κάποια μένουν μικρά. Μου
είπες και άλλα πολλά όπως πάντα αλλά δεν τα θυμάμαι. Ως συνήθως στον δικό μου
κόσμο προσπαθούσα να βγάλω τις πιο ανθεκτικές στον χρόνο νοητικές φωτογραφίες.
Αυτές που αποτυπώνουν εικόνα, ήχο, συναίσθημα και μυρωδιά. Δύσκολο εγχείρημα
παρόλο που δεν με λες αρχάρια.
Ευτυχώς
δεν είπες πάλι ότι δεν θα ξεχάσεις ποτέ αυτή την στιγμή και έτσι τα δάκρυα
έτρεχαν με δική μου ευθύνη αυτή τη φορά. Είναι που πάλευα με την νοητική αυτή
φωτογραφία που σου λέω χωρίς τον απαραίτητο εξοπλισμό.
Μετά
πήγαμε για φαγητό. Και όλα ήταν πολύ εύγευστα και φυσικά ξεκινήσαμε πάλι αυτήν
την επαναλαμβανόμενη βαρετή και συνάμα τόσο γνώριμη και αγαπημένη ανάλυση περί
ποιότητας φαγητού σε συνάρτηση με την τιμή και τι θα μπορούσαν να είχαν κάνει
καλύτερα στο μαγαζί ή ακόμα πιο σωστά τι θα έκανες εσύ.
Αργά
το μεσημεράκι πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.
‘’Τελικά
είναι ωραίο να ταξιδεύει κανείς μαζί σου’’το δήλωσες αφού είχες ήδη απλώσεις
το δεξί σου χέρι ζητιανεύοντας χάδια όπως έκανες συνήθως όταν έκανα πάνω από
20 λεπτά να σε ακουμπήσω.
‘’Ε
βεβαία, αφού συνέχεια σε χαϊδεύω και σε νταντεύω, τι άλλο θέλεις?΄΄
Χαμογέλασες
και μου είπες πως δεν το λες μόνο για αυτό. Λες και δεν το ξέρα.
Όλο
το υπόλοιπο ταξίδι μέχρι την Μαδρίτη βγήκε με σιωπή και αναφιλητά..
Από ευτυχία που καταφέραμε να μοιραστούμε ένα
τέτοιο διήμερο και από αφόρητο πόνο που δεν μπορούσα να φέρω στο μυαλό μου άλλο
ένα ίδιο.








